Τεύχη - Αρχείο
 Εύρεση

Advanced Search

Εθνοκάθαρση αλά νοτιοαφρικανικά
 
Εθνοκάθαρση αλά νοτιοαφρικανικά

Το οικονοµικό απαρτχάιντ άναψε το φιτίλι τής κοινωνικής έκρηξης και του πρωτοφανούς ξενοφοβικού κύµατος βίας.


Τον Μάιο, η Νότια Αφρική γνώρισε ένα πρωτοφανές κύµα βίας κατά των ξένων µεταναστών που ζουν στις παραγκουπόλεις (townships) γύρω από τα µεγάλα αστικά κέντρα. Μέσα σε δύο εβδοµάδες δολοφονήθηκαν πάνω από 50 Αφρικανοί µετανάστες από τις γειτονικές χώρες, ενώ πάνω από 35.000 εκτοπίστηκαν από τα καταλύµατά τους. Ειρωνεία τής τύχης: τα επεισόδια είχαν ως αφετηρία την τενεκεδούπολη Αλεξάνδρα στα περίχωρα του Γιοχάνεσµπουργκ, ιερό τόπο τού αγώνα ενάντια στο απαρτχάιντ. Το αντιµεταναστευτικό πογκρόµ πήρε τέτοια βαναυσότητα (µετανάστες καίγονταν ζωντανοί), που ο Τύπος τής χώρας το χαρακτήρισε «εθνοκάθαρση αλά νοτιοαφρικανικά».

Το ξέσπασµα της ρατσιστικής βίας στη Νότια Αφρική κηλιδώνει την εικόνα τού «έθνους ουράνιο τόξο», που θεωρεί τον εαυτό του σύµβολο µιας Αφρικής πολύχρωµης και πολυπολιτισµικής η οποία έχει ξεπεράσει µια για πάντα το βαθιά ρατσιστικό της παρελθόν, αποκαλύπτοντας µια διαφορετική κοινωνική πραγµατικότητα. Πώς έφτασαν, όµως, τα πράγµατα σε αυτό το σηµείο;
Στη Νότια Αφρική οι ανισότητες είναι τροµακτικές, καθιστώντας τη χώρα µια από τις πιο άνισες κοινωνίες τού κόσµου. Το 20% των νοικοκυριών (στην πλειοψηφία τους λευκοί) κατέχουν το 65% του συνολικού πλούτου τής χώρας, τη στιγµή που το ποσοστό τού πληθυσµού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας αγγίζει το 50% (κυρίως µαύροι), ενώ η ανεργία φθάνει το 40%, ποσοστό που στους νέους υπερβαίνει το 60%.

Δεκατέσσερα χρόνια µετά την πτώση τού απαρτχάιντ και την άνοδο στην εξουσία τού Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου (ANC) –που πρωταγωνίστησε στον αγώνα εναντίον τού φυλετικού διαχωρισµού– οι ελπίδες τής µαύρης πλειοψηφίας, ότι η κατάρρευση του ρατσιστικού καθεστώτος θα οδηγούσε σε περισσότερη κοινωνική συνοχή, κοινωνική δικαιοσύνη και αναδιανοµή τού πλούτου, µένουν σε πολύ µεγάλο βαθµό ανεκπλήρωτες. Οι συνθήκες ζωής για τα εκατοµµύρια των φτωχών που συνωστίζονται στις τενεκεδουπόλεις των µεγάλων αστικών κέντρων είναι χειρότερες από ποτέ. Το 38% των νοτιοαφρικανικών οικογενειών στερούνται πρόσβασης σε στέγη, υγειονοµική περίθαλψη, ενέργεια και πόσιµο νερό. Ο εκδηµοκρατισµός σε πολιτικό επίπεδο δεν µεταφράζεται σε εκδηµοκρατισµό τής οικονοµίας και της κοινωνίας.

Οι νόµοι «θετικών διακρίσεων» υπέρ τού µαύρου πληθυσµού, που ψήφισε το Εθνικό Αφρικανικό Κογκρέσο στα τέλη τής δεκαετίας τού ’90, δεν έφεραν τα αναµενόµενα αποτελέσµατα. Συγκεκριµένα, τα προγράµµατα «Δίκαιης Πρόσληψης» (Employment Equity Act) και Black Economic Empowerment (BEE), που αποσκοπούσαν σε µια ισχυρότερη συµµετοχή των µαύρων στη δηµόσια διοίκηση, όπως και στην ένταξή τους στον οικονοµικό τοµέα (κατοχή κεφαλαίου, προώθηση σε καίριες θέσεις όπου λαµβάνονται οι αποφάσεις), συνέβαλαν περισσότερο στη διαφθορά και τον φαβοριτισµό και λιγότερο στην ενσωµάτωση στον οικονοµικό ιστό τής χώρας τής µεγάλης µάζας τού πληθυσµού, η οποία είχε πέσει στο παρελθόν θύµα των φυλετικών διακρίσεων. Ο Μοελέτσι Μπέκι, διακεκριµένος διανοούµενος και αδερφός τού νοτιοαφρικανού προέδρου Τάµπο Μπέκι, δεν διστάζει µάλιστα να χαρακτηρίσει τα εν λόγω προγράµµατα «καπιταλισµό των κολλητών».

Στις άσχηµες επιδόσεις των συγκεκριµένων προγραµµάτων έρχονται να προστεθούν οι ακραιφνείς νεοφιλελεύθερες πολιτικές που δροµολογήθηκαν την εποχή τής προεδρίας τού Νέλσον Μαντέλα και συνεχίστηκαν από τον διάδοχό του Τάµπο Μπέκι (που δεν κρύβει τον θαυµασµό του για τον µπλερικό «τρίτο δρόµο»), που όξυναν, αντί να αµβλύνουν, τις ανισότητες. Το 1996 το ANC πραγµατοποίησε µια ιστορική στροφή προς µια κλασική νεοφιλελεύθερη πολιτική. Το σύµβολο αυτού του νέου προσανατολισµού είναι η υιοθέτηση του προγράµµατος GEAR (Growth, Employment and Redistribution) που προβλέπει την ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων, το άνοιγµα των συνόρων, τη µείωση των δηµόσιων δαπανών. Η Νότια Αφρική είναι η µόνη χώρα τής ηπείρου που εφάρµοσε εθελοντικά τις συνταγές τού Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου και της Παγκόσµιας Τράπεζας. Οι οικονοµικές και πολιτικές επιλογές του έφεραν το ANC σε σύγκρουση µε τους συµµάχους του, το Νοτιοαφρικανικό Κοµµουνιστικό Κόµµα (SACP) και την πανίσχυρη συνδικαλιστική οργάνωση Cosatu, ενώ το αποµάκρυναν και από την παραδοσιακή κοινωνική του βάση, τους φτωχούς και τους εργάτες, µετατρέποντάς το σε κόµµα τής αναδυόµενης αλλά εξαιρετικά ολιγάριθµης µαύρης µεσαίας τάξης, που δεν ξεπερνά τα 2 εκατοµµύρια σε µια χώρα 47 εκατοµµυρίων κατοίκων. Εν πολλοίς, το φυλετικό απαρτχάιντ δίνει τη σκυτάλη σε ένα de facto οικονοµικό απαρτχάιντ, που δεν εδράζεται αναγκαστικά σε φυλετική βάση.
Αυτή η «τραγική προδοσία» τού ANC προκάλεσε, ήδη από το 2000, µια έντονη κοινωνική αµφισβήτηση της πολιτικής του. Αν και η θέση τού κόµµατος στην πολιτική σκηνή τής χώρας παραµένει ηγεµονική, δεδοµένου ότι στις εκλογές τού 2004 απέσπασε το 70% των ψήφων, µέσα στην κοινωνία, στο περιθώριο µιας εξουσίας που απογοήτευσε, ορισµένα δυναµικά κοινωνικά κινήµατα κάνουν την εµφάνισή τους (Φόρουµ Ενάντια στις Ιδιωτικοποιήσεις, Επιτροπή κρίσης του Σοβέτο), δεν διστάζουν να πάρουν τον λόγο και να κατέβουν στους δρόµους. Τα τελευταία 4 χρόνια έλαβαν χώρα δεκάδες χιλιάδες διαδηλώσεις για την παροχή των στοιχειωδών κοινωνικών υπηρεσιών.

Το φιτίλι τής κοινωνικής έκρηξης και του πρωτοφανούς ξενοφοβικού κύµατος άναψαν οι ανατιµήσεις, τους τελευταίους µήνες, στα τρόφιµα, η ενεργειακή κρίση, η άνοδος της τιµής των κατοικιών, που αγγίζει το 90%, και κυρίως το κυβερνητικό πρόγραµµα Slums Act, που προβλέπει την εκτεταµένη «εκκαθάριση» των τενεκεδουπόλεων, στη θέση των οποίων χτίζονται στάδια, ξενοδοχεία και τουριστικές υποδοµές εν όψει του Παγκόσµιου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου που θα φιλοξενήσει η χώρα το 2010. Ένας πραγµατικός κατασκευαστικός οργασµός βρίσκεται σε εξέλιξη, εκτοπίζοντας τους νοτιοαφρικανούς φτωχούς.
Δεν µπορούµε όµως να κατανοήσουµε τον παροξυστικό χαρακτήρα που προσέλαβαν οι επιθέσεις εναντίον των ξένων µεταναστών, αν δεν λάβουµε υπόψη µας «την κουλτούρα τής βίας» που έχει διαποτίσει επί δεκαετίες την νοτιοαφρικανική κοινωνία. Η Νότια Αφρική είναι η πιο βίαιη κοινωνία στον κόσµο (µε εξαίρεση τις χώρες που βρίσκονται σε πόλεµο). Οι δολοφονίες ξεπερνούν τις 20.000 τον χρόνο και οι βιασµοί τις 50.000. Σύµφωνα µε το Κέντρο για τη Μελέτη της Βίας και της Συµφιλίωσης του Γιοχάνεσµπουργκ, σήµερα, όπως και τη δεκαετία του ’80, το υψηλό ποσοστό εγκληµατικότητας και βίας εξηγείται από τον οικονοµικό και κοινωνικό αποκλεισµό. Η πολιτική βία τής περιόδου τού απαρτχάιντ έχει δώσει τη θέση της σε µια καθαρά εγκληµατική βία.

Έτσι, εν µέσω ενός τόσο εκρηκτικού κοινωνικού τοπίου, δεν είναι δυσεξήγητο που οι φτωχοί νοτιοαφρικανοί βάζουν στο στόχαστρο τους Αφρικανούς µετανάστες. Οι ντόπιοι τους κατηγορούν ότι ευθύνονται για την εγκληµατικότητα, την υψηλή ανεργία, ότι καταλαµβάνουν τις εργατικές κατοικίες. Στον σκληρό αγώνα τής διανοµής των περιορισµένων αγαθών, οι µετανάστες αντιµετωπίζονται ως ανεπιθύµητοι ανταγωνιστές και µετατρέπονται στους αποδιοποµπαίους τράγους τής αποτυχίας τής νοτιοαφρικανικής πολιτικής.

Όντως, µετά την κατάρρευση του απαρτχάιντ και την άνοδο του Μαντέλα στην εξουσία, η νέα νοτιοαφρικανική δηµοκρατία, ευηµερούσα για τα αφρικανικά δεδοµένα, έγινε πόλος έλξης των φτωχών τής Μαύρης Ηπείρου. Οι Αφρικανοί µετανάστες αγγίζουν τα 5 εκατοµµύρια, µε το 60% να είναι ξεριζωµένοι από την Ζιµπάµπουε της δεσποτικής διακυβέρνησης Μουγκάµπε.

Αν και η κυβέρνηση Μπέκι (όπως και το σύνολο σχεδόν της πολιτικής τάξης) καταδικάζει τις αιµατηρές ξενοφοβικές επιθέσεις, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ρίχνει λάδι στη φωτιά. Θέλοντας να απεκδυθεί των ευθυνών της, καταγγέλλει ότι πίσω από τα επεισόδια κρύβονται «εγκληµατικές ακροδεξιές φιλο-απαρτχάιντ δυνάµεις που στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση της χώρας», δίνοντας εντολή σε στρατιωτικές δυνάµεις να παραταχθούν σε παραγκουπόλεις τού Γιοχάνεσµπουργκ. Επιπλέον, υιοθετώντας τα τελευταία χρόνια έναν λόγο ολοένα και πιο εθνικιστικό που συνοδευόταν από µαζικές απελάσεις παράνοµων µεταναστών, δεν συνέβαλε καθόλου στον κατευνασµό τού κλίµατος εκτεταµένης «νεγροφοβίας» που άρχισε να αναπτύσσεται στη νοτιοαφρικανική κοινωνία. Πολύ περισσότερο, που ο Μπέκι, αρνούµενος να καταδικάσει το καθεστώς Μπουγκάµπε και την πολιτική κρίση που σοβεί στη Ζιµπάµπουε από το 2000, δεν δίνει το καθεστώς τού πολιτικού πρόσφυγα στους µετανάστες που συρρέουν από τη γειτονική χώρα.
Από την πλευρά του, ο δηµοφιλής Τζέικοµπ Ζούµα, ηγέτης τού ANC από το 2007, εσωκοµµατικός αντίπαλος και επίδοξος διάδοχος του Μπέκι στην προεδρία τής χώρας, καταλόγιζε την ευθύνη τού χάους «στις αποτυχίες τής κυβέρνησης Μπέκι», καλώντας τον να παραιτηθεί. Χαρακτηριστικά, πολλές επιθέσεις εναντίον µεταναστών συνοδεύονταν από συνθήµατα υποστήριξης στον Ζούµα, αν και ο ίδιος καταδίκασε κατηγορηµατικά τη ρατσιστική βία.

Το µικρόβιο του ρατσισµού µόλυνε ξανά, λοιπόν, για τα καλά τη Νότια Αφρική; Μάλλον όχι, αφού οι εικόνες τής βίας και της καταστροφής στις παραγκουπόλεις τής χώρας, θύµισαν µέρες τού ρατσιστικού καθεστώτος και ξύπνησαν τις συνειδήσεις τής πλειονότητας των Νοτιοαφρικανών, που προσφέρουν βοήθεια στα θύµατα των επιθέσεων. Οι µαζικές κινητοποιήσεις ενάντια στην ξενοφοβία, που οργανώθηκαν από εργατικά συνδικάτα, κοινωνικά κινήµατα και µη κυβερνητικές οργανώσεις στις µεγάλες πόλεις τής χώρας, αποδεικνύουν ότι τα ανθρωπιστικά και αντιρατσιστικά αντισώµατα που κληροδότησε η νίκη ενάντια στο απαρτχάιντ παραµένουν ισχυρά στη νοτιοαφρικανική κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση, η διατήρησή τους είναι απαραίτητη, κάτι που απαιτεί και την καθοριστική συµβολή των νοτιοαφρικανών πολιτικών.
Αρχική κείμενα :: Εκτύπωση :: E-mail

 

 
ΠΛΗΡΩΜΑ

Η Γαλέρα παρουσιάζει το πλήρωμα της έναν προς έναν και μία προς μία.
Περισσότερα>>>

ΕΠΙΒΑΤΕΣ

Οι ιστοσελίδες της Γαλέρας είναι ανοιχτές για όλους. Αντί να κολυμπάτε μόνοι στο πέλαγος φορτώστε ό,τι θέλετε εδώ για ένα κοινό ταξίδι.
Περισσότερα>>>

NEWSLETTER
Αν ενδιαφέρεστε να λαμβάνετε ενημερωτικά e-mail για τις δραστηριότητες της ΓΑΛΕΡΑΣ, παρακαλούμε στείλτε mail εδώ.


All copyrights: galera.gr