| Εγχειρίδιο χρήσης |
|---|
|
του Γιώργου Μπαζίνα Η βία του φιλήσυχου πολίτη Στο πνεύµα των ηµερών, το απόσπασµα ευταξίας της γειτονιάς µας αναλαµβάνει την προστασία των καλών Χριστιανών. Ταχέως προς Χριστούγεννα. Φαίνεται πως ήταν µια εξαιρετική περίσταση για τον πλανήτη η γέννηση ενός εξώγαµου τέκνου αγνώστου πατρός σε έναν στάβλο στη Βηθλεέµ. Και ήταν πολύ σοφή και λογική η προαγγελία από φλύαρους προφήτες, ώστε να σφαγιαστούν προς τιµή του γεγονότος χιλιάδες βρέφη από τον προβλεπτικό Ηρώδη τον Περιβόητο. Υποθέτουµε πως ο µικρός Ιησούς θα µεγάλωσε χωρίς συνοµήλικους και αυτό ενδεχοµένως να εξηγεί τη µεγαλοµανία του περί την καταγωγή του. Εµένα, για να είµαι ειλικρινής, σ’ αυτή την ιστορία τη συµπάθειά µου κλέβει η περίπτωση του καηµένου του Ιωσήφ που, ως παράπλευρο θύµα των θεϊκών προθέσεων, εξηναγκάσθη σε αγαµία και προσευχή, και ας µην αναφέρουµε τα υποτιµητικά σχόλια των γειτόνων του. Τέλος πάντως, χωρίς να θέλω να διαταράξω το υγιές εορταστικό πνεύµα, αν καλοκοιτάξεις την Ιστορία µόνον µελαγχολικές σκέψεις φέρνει – όχι τόσο όσο µια υπερχρεωµένη πιστωτική κάρτα, αλλά περίπου έτσι· η βία έχει καταστεί συνώνυµο µε τους Άγιους Τόπους, και όσο κι αν ο πλανήτης εορτάζει µετά κατανύξεως τη γέννηση του θείου βρέφους και την επί γης ειρήνη και τα παρόµοια, είµαι υποχρεωµένος ευπειθώς ν’ αναφέρω ότι από την εποχή των Σταυροφόρων έχει αναβαθµιστεί και έχει πολλαπλασιάσει την αγριότητά της: έχει γίνει πολιτισµένη βία, αποδεκτή στα ψιλά των εφηµερίδων, χωρίς φωνή στα τηλεοπτικά δελτία, απόλυτα φυσική για πολλούς νοµοταγείς πολίτες. Σύµφωνα µε ένα δηµοσίευµα που έφεραν στο φως οι «Times» του Λονδίνου, ο λόφος Παράς που βρίσκεται λίγο έξω από την πόλη Σντερότ στο νότιο Ισραήλ ήταν ένας τόπος που συγκέντρωσε πολλούς φιλοθεάµονες πολίτες για να διασκεδάσουν και να στοιχηµατίσουν µε τις βολές του πυροβολικού και τις στοχεύσεις των πυραύλων στη διάρκεια των περσινών (εορταστικής περιόδου) πολεµικών επιχειρήσεων του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας. Εν µέσω αεροπορικών επιδροµών και χερσαίων επιχειρήσεων του ισραηλινού στρατού, ο λόφος γέµισε επισκέπτες που έρχονταν για να «θαυµάσουν» το µακάβριο θέαµα του βοµβαρδισµού της Λωρίδας της Γάζας ζητωκραυγάζοντας –σύµφωνα µε τον ανταποκριτή της εφηµερίδας Μάρτιν Φλέτσερ– κάθε φορά που τα πυρά της αεροπορίας έβρισκαν τον στόχο τους ή κάποιο βλήµα πυροβολικού προσγειωνόταν στις πυκνοκατοικηµένες περιοχές των παλαιστινιακών εδαφών. Οι φιλοθεάµονες πολίτες, εξοπλισµένοι µε υψηλής ευκρίνειας κιάλια, παρατηρούσαν τις κινήσεις των µαχητικών ελικοπτέρων Απάτσι και των µη επανδρωµένων αεροσκαφών καθώς κινούνταν στον εναέριο χώρο της πόλης της Γάζας – σε απόσταση ελάχιστων χιλιοµέτρων. «Χαίροµαι που καταστρέφεται η Χαµάς, αν και µε στενοχωρεί το γεγονός ότι υποφέρουν γυναίκες και παιδιά. Κι αυτά όµως όταν θα µεγαλώσουν θα γίνουν πιθανότατα τροµοκράτες, αφού µαθαίνουν από πολύ µικρή ηλικία να µισούν τους Ισραηλινούς και να χειρίζονται όπλα» είπε στον δηµοσιογράφο ένας Ισραηλινός που σύχναζε τις τελευταίες ηµέρες στην κορυφή του λόφου. Δεν ξέρω αν µοιράζεστε την αίσθησή µου, αλλά έχω την εντύπωση ότι αυτή η βία του φιλήσυχου νοµοταγούς πολίτη ενέχει µιαν ιδιαίτερη αγριότητα, τόσο ιδιαίτερη που δεν την αναγνωρίζω στον ένστολο εντεταγµένο δολοφόνο, παγιδευµένο σε εντολές και πειθαρχία. Κάπου κάπου υπάρχει και κάποιος ισραηλινός πιλότος που καταγγέλλει το τέρας-κράτος που τον αναγκάζει να σκοτώνει άµαχους, στρατιώτες καταγγέλλουν τους ανωτέρους τους για πράξεις τυφλής βίας και εγκλήµατα πολέµου, οι αµερικανοί στρατιώτες στο Ιράκ αυτοκτονούν µε ανησυχητική στατιστική συχνότητα, αλλά οι νοµοταγείς πολίτες που ζητωκραυγάζουν το θάνατο και στοιχηµατίζουν µε τις ζωές που θα χαθούν, είναι η πραγµατικά απαίσια µορφή βίας. Έτσι πάει ο κόσµος, ενώ η φυσιολογική ροή των πραγµάτων αυτές τις άγιες µέρες θα έπρεπε να είναι ο ασυγκράτητος καταναλωτισµός, το γλέντι και η χαρά που προσφέρει ένα γενναίο πιστωτικό υπόλοιπο για τους κατέχοντες και τους συµπαθούντες, και χαρές ή απολαύσεις κατά διαβάθµιση φορολογικής κλίµακας στους υπόλοιπους. Ακόµη και οι εξαθλιωµένοι της πόλης έχουν δικαίωµα σε ένα εορταστικό συσσίτιο γαλοπούλας και ενδεχοµένως τηλεοπτικής προβολής της µιζέριας τους στο φόντο του πλάνου µε τον ευσπλαχνικό δήµαρχο ή άλλον χαµογελαστό προύχοντα. Στο κάτω κάτω ανήκουµε στον µεγάλο ευρωπαϊκό παράδεισο: ζωή σε άτοκες δόσεις, προνοµιακά επιτόκια και φθηνά εισαγόµενα προϊόντα. Χιλιάδες άνθρωποι από τόπους εξαχρείωσης, φτώχειας, βασανισµού και πολέµων ονειρεύονται τη στιγµή που θα βρουν καταφύγιο σε ένα συνωστισµένο υπόγειο πολυκατοικίας, σε µια αυτοσχέδια παράγκα στις αγροτικές καλλιέργειες. Ένα µεγάλο µέρος τους δεν το καταφέρνει. Πεθαίνουν σε µια ατέλειωτη διαδροµή δυστυχίας, πνίγονται στα χιλιοπαινεµένα γαλάζια πελάγη µας, και πολλοί τυχεροί συνωστίζονται σε στρατόπεδα υποδοχής και σε κρατητήρια αστυνοµικών τµηµάτων, ένας συνωστισµός ο οποίος, δυστυχώς, έκανε τον υφυπουργό ευταξίας κ. Βούγια να νιώσει άβολα. Μαθαίνω και χαίροµαι που οι υγιώς σκεπτόµενοι πολίτες-νοικοκυραίοι στην Αγία Παρασκευή δραστηριοποιούνται για να συνδράµουν ή ενδεχοµένως να αναλάβουν τον νόµο στην περιοχή τους. Ο δήµος Αγίας Παρασκευής σύστησε προσφάτως «Τοπικό Συµβούλιο Πρόληψης της Παραβατικότητας», που θα συνδράµει στο έργο της Αστυνοµίας µε αποσπάσµατα ελέγχου προσώπων υπόπτως κινουµένων στην περιοχή, ενδεχοµένως προσώπων που δεν έχουν την κατάλληλη κόµµωση, ή ενδυµατολογικά γούστα, όλων όσων µπορούν να προκαλέσουν υποψίες παραβατικής συµπεριφοράς. Έτσι ένας αχταρµάς νοµοταγών νοικοκυραίων –απόστρατοι, παπάδες, δάσκαλοι, κοινωνικοί λειτουργοί– προβλέπεται να αποτελούν τους κριτές αυτού του πρωτότυπου διαγωνισµού «Βρες τον παραβάτη!». Ενδεχοµένως τους είναι χρήσιµο, και το (ξανα)καταθέτω ως ιστορικής σηµασίας παρακαταθήκη που εµπνεύστηκε ο µακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, µια προτροπή που ίσως αποτελέσει εργαλείο, µια κρησάρα διαχωρισµού: «Είναι εύκολο να διακρίνετε στον δρόµο τους χριστιανούς από τους άθεους. Ο χριστιανός έχει καθαρό, χαρούµενο πρόσωπο, βλέµµα φωτεινό. Οι άλλοι έχουν βλέµµα απελπισµένο, φοβισµένο, πρόσωπο σκοτεινό…». Κι αν είµαι τυχερός και µπορέσουν να οργανωθούν και στη γειτονιά µας οι υγιώς σκεπτόµενοι φιλήσυχοι πολίτες, τότε µπορώ να ελπίζω και να ελπίζουµε γενικότερα σε ασφαλέστερες γειτονιές, όπου τα αποσπάσµατα ευταξίας αποτελούµενα από τους πιο ευυπόληπτους γείτονες θα περιπολούν αγρύπνως. Θα είναι εκεί σίγουρα όλοι οι διαπρεπείς νοµοταγείς πολίτες της γειτονιάς µου: η φαρµακοποιός που διπλοεισπράττει ξεκολλώντας τις ετικέτες από ασυνταγογράφητα φάρµακα για να τις κολλήσει σε βιβλιάρια υπερήλικων µε συνταγές που κόβει ο σύζυγος ιατρός. Ο ψιλικαντζής, πρώην ηλεκτρολόγος, που κλέβει τη ΔΕΗ του µαγαζιού του, ο µανάβης της γειτονιάς µας µε την ιδιόρρυθµη αριθµητική του όταν έχει να κάνει µε γριούλες, ο υδραυλικός που δεν γνωρίζει να κόβει απόδειξη, ο εγκάρδιος εφοριακός µε την αµειβόµενη κατανόηση, ο εξυπηρετικός απόστρατος µε τον πρόθυµο τοκογλυφικό δανεισµό του... Αποκόβοµαι από την υπαρκτή πραγµατικότητα, βυθίζοµαι στα κείµενα που επιµελούµαι αυτόν τον καιρό για να αποτελέσουν µια ανθολογία διηγηµάτων επιστηµονικής φαντασίας, «Σκέψου Σαν Δεινόσαυρος», µικρά διαµάντια της λογοτεχνίας της ε.φ., της οποίας η εξ ορισµού δύναµή της να µπορεί να ξεπερνά τις συµβάσεις του ρεαλισµού, δίνει στη µυθοπλασία ένα απελευθερωτικό άγγιγµα λογικής υπέρβασης, δηµιουργεί φανταστικούς κόσµους ικανούς να µας δώσουν το κλειδί της κατανόησης της πραγµατικότητας γύρω µας. Διαβάζω ένα από τα πιο πολιτικά, οξύνοα και συγκινητικά διηγήµατα που έχει γράψει η Ούρσουλα Λε Γκεν, η εξαιρετική αµερικανίδα συγγραφέας, πνεύµα ελεύθερο, βαθύτατα και ουσιαστικό προοδευτικό, µια κορυφαία δηµιουργός που στην Ελλάδα έχει γκετοποιηθεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων απλώς ως συγγραφέας επιστηµονικής φαντασίας, µιας λογοτεχνίας όχι αρκετά ευυπόληπτης, όχι αρκετά ευγενούς καταγωγής, όχι αρκετά ευπώλητης. Αυτοί που φεύγουν από την Όµελας Στο διήγηµα της Λε Γκεν, η Όµελας είναι η πόλη της ουτοπίας, η χώρα της ευδαιµονίας, της διαρκούς γιορτής και χαράς, του γέλιου και της ξεγνοιασιάς. Στο πρώτο µέρος η συγγραφέας περιγράφει ακριβώς αυτή τη χαρά της ατέλειωτης γιορτής. Για ν’ ακολουθήσει και να τελειώσει µε αυτό το απόσπασµα: Στο υπόγειο, κάτω από ένα από τα όµορφα δηµόσια κτίρια της Όµελας, ή ίσως στο κελάρι ενός από τα ευρύχωρα ιδιωτικά σπίτια της, υπάρχει ένα δωµάτιο. Έχει µια κλειδωµένη πόρτα και δεν υπάρχει παράθυρο. Λίγο φως σταλάζει σκονισµένο από τις χαραµάδες στις σανίδες, κι έρχεται από δεύτερο χέρι από ένα αραχνιασµένο παράθυρο κάπου στην άλλη άκρη του κελαριού. Σε µια γωνιά του µικρού δωµατίου είναι µερικές σφουγγαρίστρες µε σκληρές, µπλεγµένες, δύσοσµες ίνες, πλάι σε ένα σκουριασµένο κουβά. Το πάτωµα είναι χωµάτινο, λίγο υγρό στην αφή, όπως είναι συνήθως το χώµα στα κελάρια. Το δωµάτιο έχει µήκος περίπου τρία βήµατα και πλάτος δύο: δεν είναι παρά ένα ντουλάπι για σκούπες ή ένα δωµάτιο εργαλείων που έχει πέσει σε αχρηστία. Στο δωµάτιο κάθεται ένα παιδί. Μπορεί να είναι αγόρι, µπορεί να είναι κορίτσι. Δείχνει έξι, αλλά στην πραγµατικότητα είναι δέκα χρονών. Είναι λωλό. Ίσως να γεννήθηκε καθυστερηµένο, ή ίσως να έγινε έτσι από φόβο, ασιτία και αµέλεια. Σκαλίζει τη µύτη του και µερικές φορές ψαχουλεύει τυχαία τα δάχτυλα των ποδιών του ή τα γεννητικά όργανά του, καθώς κάθεται καµπουριασµένο στη γωνία όσο πιο µακριά γίνεται από τον κουβά και τις δύο σφουγγαρίστρες. Φοβάται τις σφουγγαρίστρες. Τις βρίσκει φρικτές. Κλείνει τα µάτια, αλλά ξέρει ότι οι σφουγγαρίστρες ακόµη στέκονται εκεί· και η πόρτα είναι κλειδωµένη· και δεν πρόκειται να έρθει κανείς. Η πόρτα είναι πάντα κλειδωµένη· και κανείς ποτέ δεν έρχεται, µόνο που µερικές φορές –το παιδί δεν κατανοεί τον χρόνο, τα διαστήµατα του χρόνου– µερικές φορές η πόρτα τρίζει φρικτά και εµφανίζεται ένα άτοµο ή µερικοί άνθρωποι. Ένας απ’ αυτούς ίσως µπει µέσα και κλωτσήσει το παιδί για να το κάνει να σηκωθεί. Οι άλλοι δεν πλησιάζουν ποτέ, αλλά το κοιτάζουν µε τροµαγµένα, αηδιασµένα βλέµµατα. Γεµίζει βιαστικά τη γαβάθα του φαγητού και την κανάτα του νερού, η πόρτα κλείνει, τα βλέµµατα χάνονται. Οι άνθρωποι στην πόρτα ποτέ δεν λένε τίποτα, αλλά το παιδί, που δεν ζούσε πάντα στο δωµάτιο των εργαλείων, και που µπορεί να θυµηθεί τη λιακάδα και τη φωνή της µητέρας του, µερικές φορές µιλάει. «Θα είµαι καλό παιδί», λέει. «Παρακαλώ αφήστε µε έξω. Θα είµαι καλό παιδί!». Ποτέ δεν του απαντούν. Το παιδί κάποτε ούρλιαζε για βοήθεια µέσα στη νύχτα, και έκλαιγε πολύ, αλλά τώρα απλώς κάνει κάτι σαν κλαψούρισµα, «ε-αα, ε-αα», και µιλάει όλο και πιο σπάνια. Είναι τόσο αδύνατο που τα πόδια του δεν έχουν αστραγάλους· η κοιλιά του εξέχει· τρέφεται µε µισή γαβάθα καλαµποκάλευρο και λίπος κάθε µέρα. Είναι γυµνό. Ο πισινός του και οι µηροί του είναι µια µάζα από πυώδεις πληγές, καθώς κάθεται συνεχώς πάνω στα περιττώµατά του. Όλοι ξέρουν ότι το παιδί είναι εκεί, όλοι οι άνθρωποι της Όµελας. Μερικοί έχουν έρθει για να το δουν, άλλοι αρκούνται απλώς να ξέρουν ότι είναι εκεί. Όλοι ξέρουν ότι πρέπει να είναι εκεί. Μερικοί καταλαβαίνουν το γιατί, και µερικοί όχι, όλοι όµως καταλαβαίνουν ότι η ευτυχία τους, η οµορφιά της πόλης τους, η τρυφερότητα της κάθε φιλίας τους, η υγεία των παιδιών τους, η σοφία των στοχαστών τους, η δεξιοτεχνία των µαστόρων τους, ακόµη και η αφθονία της συγκοµιδής τους και ο καλός καιρός των ουρανών τους, βασίζονται αποκλειστικά και µόνο στη φρικαλέα δυστυχία αυτού του παιδιού. Αυτό συνήθως το εξηγούν στα παιδιά όταν είναι µεταξύ οκτώ και δώδεκα χρονών, όποτε δείχνουν ικανά να το καταλάβουν· και οι περισσότεροι απ’ αυτούς που έρχονται να δουν το παιδί είναι νεαροί, αν και συχνά κάποιοι ενήλικες έρχονται ή ξανάρχονται για να δουν το παιδί. Όσο κι αν τους έχει εξηγηθεί το ζήτηµα, αυτοί οι νεαροί θεατές πάντα σοκάρονται και αρρωσταίνουν µε το θέαµα. Νιώθουν αηδία, κάτι το οποίο θεωρούσαν ανάξιο γι’ αυτούς. Νιώθουν θυµό, οργή, ανηµποριά, παρά τις εξηγήσεις. Θα ήθελαν να κάνουν κάτι για το παιδί. Αλλά δεν υπάρχει τίποτα που να µπορούν να κάνουν. Αν το παιδί το έβγαζαν από κείνο το βροµερό µέρος στη λιακάδα, αν το καθάριζαν και το τάιζαν και το παρηγορούσαν, αυτό πράγµατι θα ήταν καλό· αλλά αν αυτό γινόταν, την ίδια µέρα και ώρα η ευµάρεια και η οµορφιά και η χαρά της Όµελας θα µαραίνονταν και θα έσβηναν. Αυτοί είναι οι όροι. Η ανταλλαγή όλων των καλών και των αγαθών κάθε ζωής στην Όµελας γι’ αυτή τη µοναδική, µικρή βελτίωση: να πετάξουν την ευτυχία χιλιάδων για την πιθανότητα της ευτυχίας ενός: αυτό πράγµατι θα έφερνε την ενοχή µέσα στα τείχη. Οι όροι είναι ρητοί και απόλυτοι· το παιδί δεν πρέπει ούτε καν µια ευγενική λέξη να ακούσει. Συχνά οι νεαροί γυρνάνε στα σπίτια τους κλαίγοντας, ή µε αδάκρυτη οργή, όταν έχουν δει το παιδί και έχουν αντιµετωπίσει αυτό το τροµερό παράδοξο. Μπορεί να το συλλογίζονται µελαγχολικά επί βδοµάδες ή χρόνια. Αλλά καθώς περνάει ο καιρός αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι ακόµη κι αν το παιδί ελευθερωνόταν δεν θα κέρδιζε τίποτα από την ελευθερία του: λίγη αόριστη ευχαρίστηση από τη ζέστη και το φαγητό, αναµφίβολα, µα τίποτα παραπάνω. Είναι υπερβολικά παρηκµασµένο και καθυστερηµένο για να γνωρίσει πραγµατική χαρά. Φοβάται τόσον καιρό, που δεν θα γλιτώσει ποτέ από το φόβο. Οι συνήθειές του είναι τόσο άξεστες, που δεν θα ανταποκριθεί σε ανθρώπινη µεταχείριση. Και πραγµατικά, µετά από τόσον καιρό µάλλον θα νιώθει δυστυχία δίχως τοίχους γύρω του να το προστατεύουν, δίχως το σκοτάδι για τα µάτια του, δίχως τα περιττώµατά του για να κάθεται. Τα δάκρυά τους για την πικρή αδικία στεγνώνουν όταν αρχίζουν να συλλαµβάνουν την τροµερή δικαιοσύνη της πραγµατικότητας και να την αποδέχονται. Κι όµως τα δάκρυά τους και ο θυµός τους, η δοκιµασία της ευσπλαχνίας τους και η αποδοχή της ανηµποριάς τους, είναι ίσως η πραγµατική πηγή του θάµβους των ζωών τους. Η ευτυχία τους δεν είναι χλιαρή κι ανεύθυνη. Ξέρουν ότι κι αυτοί, σαν το παιδί, δεν είναι ελεύθεροι. Γνωρίζουν τη συµπόνια. Η ύπαρξη του παιδιού, και η δική τους γνώση της ύπαρξής του, είναι αυτό που καθιστά δυνατές την αριστοτεχνικότητα της αρχιτεκτονικής τους, το πάθος της µουσικής τους, την εµβρίθεια της επιστήµης τους. Εξαιτίας αυτού του παιδιού είναι τόσο καλοί µε τα παιδιά. Ξέρουν ότι αν το τυραννισµένο δεν ήταν εκεί να µυξοκλαίει στο σκοτάδι, το άλλο, το παιδί που έπαιζε φλογέρα, δεν θα έβγαζε µουσική χαράς καθώς οι νεαροί καβαλάρηδες παρατάσσονταν µε την οµορφιά τους για τον αγώνα στη λιακάδα του πρώτου πρωινού του καλοκαιριού. Τους πιστεύεις τώρα; Δεν είναι πιο πειστικοί; Αλλά υπάρχει κάτι ακόµα να ειπωθεί, και είναι απίστευτο. Μερικές φορές ένα από τα έφηβα αγόρια ή κορίτσια που πηγαίνουν να δουν το παιδί δεν επιστρέφει σπίτι του για να κλάψει ή να οργιστεί, και µάλιστα δεν επιστρέφει καν στο σπίτι του. Μερικές φορές επίσης κάποιος άντρας ή κάποια γυναίκα, πολύ µεγαλύτεροι, µένουν σιωπηλοί για µια δυο µέρες, και µετά εγκαταλείπουν το σπίτι τους. Αυτοί οι άνθρωποι βγαίνουν στο δρόµο, και περπατούν στον δρόµο µόνοι τους. Συνεχίζουν να περπατούν, και περπατώντας βγαίνουν από την πόλη της Όµελας, περνώντας από τις πανέµορφες πύλες. Παίρνουν το δρόµο τους διασχίζοντας τους αγρούς της Όµελας. Καθένας πάει µόνος του, παλικάρι ή κοπέλα, άντρας ή γυναίκα. Πέφτει η νύχτα· ο ταξιδιώτης πρέπει να περάσει από δρόµους χωριών, ανάµεσα σε σπίτια µε παράθυρα που φέγγουν κίτρινα, και πάλι µετά στο σκοτάδι των χωραφιών. Καθένας µόνος του, τραβάει δυτικά ή βόρεια, κατά τα βουνά. Συνεχίζουν. Αφήνουν την Όµελας, χώνονται στο σκοτάδι, και δεν επιστρέφουν. Το µέρος προς το οποίο πάνε είναι ένα µέρος ακόµα πιο αφάνταστο για τους περισσότερους από µας απ’ ό,τι η πόλη της ευτυχίας. Δεν µπορώ να το περιγράψω καθόλου. Πιθανόν να µην υπάρχει. Αλλά δείχνουν να ξέρουν πού πηγαίνουν αυτοί που φεύγουν από την Όµελας. www.para-pente.gr |
| Αρχική κείμενα :: Εκτύπωση :: E-mail |













